Tο Μοιρολόι

Το άρθρο ανήκει στη κατηγορία Λαός, Παράδοση, Πολιτισμός

Ο λαός χαίρεται και τραγουδάει για τη ζωή, τις χαρές και τις λύπες, τις αγωνίες και τους πόθους του. Τραγουδάει για τη πατρίδα του, τους ήρωες του και τη φύση. Τραγουδάει όμως και για το θάνατο, τον Χάρο, τον αποχωρισμό αγαπημένων προσώπων, είτε για τον Κάτω Κόσμο είτε για τόπους ξένους και μακρυνούς. Το τραγούδι αυτό είναι το μοιρολόι ή μυρολόι (με “οι” εκ της μοίρας και με “υ” εκ του μυρώ=θρηνώ).

Το μοιρολόι αποτελεί από τις αρχαιότερες ποιητικές εκφράσεις, τραγούδι θρήνου και το πρωτοσυναντάμε στα έργα του Ομήρου. Στην Ιλιάδα αναφέρονται νεκρώσιμα και πένθιμα τραγούδια για τον Αχιλλέα, τον Πάτροκλο καθώς και για τη φυγή της Ελένης. Οι θρηνωδοί των αρχαίων χρόνων έγιναν οι μοιρολογίστρες των νεότερων χρόνων και στον καιρό μας.

Τόσο στην αρχαιότητα όσο και στον νεότερο, αλλά και τωρινό, λαϊκό πολιτισμό, ενώ υπάρχει η πεποίθηση περί αθανασίας της ψυχής, οι συγγενείς του νεκρού δε παύουν να θρηνούν και να πενθούν για τον χαμό του αγαπημένου τους προσώπου.

Τα μοιρολόγια συναντόνται σε κάθε γωνιά της Ελλάδος, εντός κι εκτός συνόρων του νεοελληνικού κράτους. Από την Βόρειο Ήπειρο στη Κρήτη, και από την Μάνη στον Πόντο και τη Μικρά Ασία. Τη πλουσιότερη παράδοση σε βάθος χρόνου, αλλά και ποσοτικά, ακόμη και στις μέρες μας, τη βρίσκουμε στις περιοχές της Μάνης και της Ηπείρου. Τα μοιρολόγια στις περιοχές αυτές μεταφέρονται από γενιά σε γενιά. Σύνηθες φαινόμενο είναι και ο αυτοσχεδιασμός. Ο στίχος και ο ρυθμός των τραγουδιών αυτών της Ηπείρου είναι στα περισσότερα δεκαπεντασύλλαβος, ενώ της Μάνης έχει αντικατασταθεί με δεκαεξασύλλαβο και πολλές φορές με οκτασύλλαβο. Ο ρυθμός και το μέτρο των τραγουδιών αυτών από πολλούς θεωρείται σαν ο μακρινός απόγονος του Ομηρικού στίχου. Ενώ στην αρχαιότητα και στα μετέπητα χρόνια τα μοιρολόγια αποτελούν νεκρώσιμα τραγούδια και πιο σπάνια τραγούδια εκδίκησης. Στα νεότερα χρόνια είναι σύνηθες να αναφαίρονται στη ξενιτιά στην οποία αναγκάστηκαν να φύγουν οι ντόπιοι κάτοικοι.

Στη Μάνη τα συναντάμε στη νεκρώσιμη τους κυρίως μορφή και ακόμη και μέχρι τους πρόσφατους γδικιωμούς (οι γνωστές, λανθασμένα βέβαια, βεντέτες) τα μοιρολόγια μετατρέποταν σε εκφράσεις αντεκδίκησης για τον χαμένο της οικογενείας. Ο Πουλίκος Κουράκος συνοπτικά μας λέει πως “το ξακουστό μανιάτικο μοιρολόγι δεν εκφράζει μόνο τη συνταρακτική παρουσία του θανάτου. Είναι και η σπαραχτική διαμαρτυρία της νέας γυναίκας που μένει χήρα. Η απελπισμένη φωνή της κόρης που μένει χωρίς προστάτη. Η λυπηρότερη έκφραση της υπέρτατης οδύνης, η γοερή και τρυφερή συνάμα κραυγή της κεραυνοχτυπημένης μάνας που μένει χωρίς παιδί.”.

Στην Ήπειρο το μοιρολόι έχει πάρει μια διαφορετική μορφή, η οποία συμπληρώνει την παραπάνω περιγραφή. Εκτός από εσωτερικά συναισθήματα που εξωτερικεύονται μέσα από λόγια, κυρίως με τη μορφή των πολυφωνικών τραγουδιών, μοιρολόγια αποτελούν και μουσικά, ορχηστρικά (όσο μπορεί να ταιριάζει ο όρος) τραγούδια. Πολλά από αυτά έχουν ιδιαίτερο εθνικό χαρακτήρα, κατά της τουρκιάς και της τουρκο-αρβανιτιάς. Παράλληλα, πολλά από τα νεότερα μοιρολόγια αποτελούν, όπως αναφέραμε προηγουμένως, μοιρολόγια της ξενιτιάς και του αποχωρισμού, αποτυπόνωντας έτσι τη κατάσταση των καιρών. Ακόμη και στα σημερινά πανυγήρια, οι οργανοπαίχτες παίζουν μοιρολόγια, γιατί όπως έχει αναφερθεί, στην Ήπειρο ακόμη και ο γάμος ξεκινάει με μοιρολόι. Είναι η μορφολογία του τόπου που έχει αποτυπωθεί στον ψυχισμό του λαού σε συνδιασμό με τον χαμό αγαπημένων προσώπων και την αγάπη για τον ίδιο τον τόπο. Εκεί όπου ζωή και θάνατος, πένθος και η χαρά γίνονται ένα. Μέσα από την ηχητική μυσταγωγία της δωρικής πεντατωνικής αρμονίας.

Άλλο ένα χαρακτηριστικά ενδεικτικό στοιχείο που φανερώνει τη συνέχεια της παράδοσης μέσα από το βάθος των αιώνων είναι ο τρόπος με τον οποίο θρηνεί η θρηνήρια. Είναι τα χαρακτηριστικά χτυπήματα στο σώμα και ιδιαίτερα στο κεφάλιμ κινήσεις οι οποίες πηγάζουν από το υποσείνηδτο και τη ψυχική κατάσταση του ατόμου που θρηνεί.

Αξίζει να σημειωθεί πως επίσημα η εκκλησία δεν επιτρέπει την εκδήλωση των μοιρολογιών μέσα στους ναούς μιας και θεωρεί πως αποτελούν απευθείας κατάλοιπο αρχαιών παγανιστικών δοξασιών. Όσοι έχουν παρεβρεθεί σε τέτοιους είδους κηδείες, αλλά και μνημόσυνα, θα πρέπει να έχουν προσέξει πως μέσα στην εκκλησία οι πενθούντες θρηνούν κλέγοντας και μιλώντας στον νεκρό, αλλά δε κάνουν καμία αναφορά στον Κάτω Κόσμο, τον Άδη ή τον Χάρο.

Πέρα από το μοιρολόι, πολλά είναι ακόμη τα στοιχεία όσον αφορά τις νεκρώσιμες παραδόσεις στον λαϊκό πολιτισμό που φανερώνουν την άμεση σύνδεση και συνέχεια με την αρχαία παράδοση. Χαρακτηριστική η παράδοση που συναντάται κατά κύριο λόγο στη Κάτω Ιταλία, αυτή της κυπαρίσσου και της πηγής της Μνημοσύνης και της λήθης η οποία συναντάται σχεδόν αναλείωτη στον μεταγενέστερο και νεοελληνικό λαϊκό πολιτισμό μέσα από δημοτικά τραγούδια.

Ο Χάρος στο περιβόλι του έχει ένα κυπαρίσσι,
στη ρίζα του κυπαρσσιού είναι μια κρύα βρύση.”

Όπως αναφέραμε προηγουμένως ο ελληνικός λαός από την αρχαιότητα μέχρι και σήμερα θεωρεί αθάνατη τη ψυχή. Την αντίληψη αυτή έρχεται να συμπληρώσει η πεποίθηση πως οι ψυχές των νεκρών περιφέρονται στον κόσμο των ζωντανών για σαράντα ημέρες μετά τη ταφή. Αυτός είναι και ο λόγος τελέσεως του μνημοσύνου των σαράντα ημερών μιας και προσφέρει την τελευταία ευκαιρία επικοινωνίας με τον νεκρό. Χαρακτηριστικότερο αλλά και εντυπωσιακό παράδειγμα ανακαλήματος του νεκρού στη νεότερη λαϊκή παράδοση αποτελεί το ποίημα “Του Νεκρού Αδελφού” όπου ο νεκρός γιός καλείται μέσα από τις κατάρες της μάνας να συκωθεί από τον τάφο και να εκπληρώσει την υπόσχεση που της είχε δώσει.

Σε γενικές γραμμές, οι ταφικές παραδόσεις της αρχαιότητας συνεχίζονται σχεδόν αναλειώτες και στις μέρες μας με την πρόθεση, την εκφορά και τον περίδειπνο. Για να μη μπούμε σε λεπτομέρειες της κάθε φάσης, θα αναφερθούμε σε ένα ενδεικτικό στοιχείο που λαμβάνει χώρα κατά τη διάρκεια της εκφοράς, και είναι αυτό της τέλεσης χοών κατά τον ενταφιασμό του νεκρού. Έθιμο το οποίο συναντάται ακόμη στις περισσότερες περιοχές της Ελλάδας. Τα συνηθέστερα υλικά από τα οποία αποτελούνται οι χοές είναι γάλα, κρασί και μέλι.

Μέσα στο ορμητικό ποτάμι της ιστορίας, ο λαϊκός πολιτισμός αποτελεί καθαρή έκφραση της εθνοφυλετικής συνέχειας ενός λαού, είναι το γεφύρι που μας ενώνει με το παρελθόν, όπως τα πέτρινα γεφύρια τις δυο όχθες των ποταμών. Ο λαϊκός αυτός πολιτισμός, του οποίου βρίσκουμε στοιχεία σε όλα τα μέρη όπου είχαν αποικήσει οι αρχαίοι μας πρόγονοι, σε ολόκληρο Βαλκανικό χώρο και φυσικά στη Μεγάλη Ελλάδα (Magna Graecia) της Νοτίου Ιταλίας.